Έχεις βρεθεί ποτέ να κάθεσαι απέναντι από τον/την ψυχολόγο σου και να σκέφτεσαι: «Μα καλά, αυτός άνθρωπος δεν είναι; Έχει σχέση; Είναι παντρεμένος/μένη; Πώς γίνεται να μην ξέρω τίποτα; » Αν ναι, δεν είσαι μόνος.
Ως ψυχοθεραπεύτρια, αυτή είναι ίσως μία από τις πιο συχνές και βαθιά ανθρώπινες απορίες που συναντώ, είτε διατυπώνονται άμεσα είτε μένουν σιωπηλές μέσα στο δωμάτιο. Πολλοί θεραπευόμενοι αναρωτιούνται γιατί ο άνθρωπος που ακούει τις πιο προσωπικές τους σκέψεις παραμένει τόσο «κλειστός» σε ό,τι αφορά τη δική του ζωή. Μπορεί να μοιάζει άδικο, ίσως και αποστασιοποιημένο. Στην πραγματικότητα, όμως, έχει έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης.
Η απόσταση που κρατά ένας ψυχοθεραπευτής δεν είναι ένδειξη αδιαφορίας. Είναι μέρος της δουλειάς του.
Στη θεραπεία, ο χώρος δεν υπάρχει για να γνωρίσεις τον ψυχοθεραπευτή, αλλά για να γνωρίσεις τον Εαυτό σου. Κάθε πληροφορία που μοιράζεται ένας ψυχοθεραπευτής για την προσωπική του ζωή, όσο μικρή κι αν φαίνεται, μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο τον αντιλαμβάνεσαι, τον εμπιστεύεσαι ή ακόμη και τον «βλέπεις». Για παράδειγμα, αν γνωρίζεις ότι είναι παντρεμένος, μπορεί, χωρίς να το καταλάβεις, να αρχίσεις να συγκρίνεις τη δική σου σχέση με τη δική του. Αν μάθεις ότι έχει βιώσει κάτι παρόμοιο με εσένα, μπορεί να αρχίσεις να περιμένεις συγκεκριμένες απαντήσεις ή κατευθύνσεις.
Και κάπου εκεί, η θεραπεία παύει να είναι αποκλειστικά δική σου.
Έχω ακούσει πολλές φορές ερωτήσεις όπως:
«Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;»
«Σας έχει συμβεί κάτι παρόμοιο;»
«Είστε ευτυχισμένη στη ζωή σας;»
Πίσω από αυτές τις ερωτήσεις δεν κρύβεται απλώς περιέργεια. Κρύβεται η ανάγκη για σύνδεση, για επιβεβαίωση, για μια μορφή καθοδήγησης. Και αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Ωστόσο, ο ρόλος του ψυχοθεραπευτή δεν είναι να λειτουργεί ως πρότυπο ούτε να προσφέρει έτοιμες απαντήσεις, είναι να βοηθά τον άνθρωπο απέναντί του να βρίσκει τις δικές του.
Η ουδετερότητα, που συχνά εκλαμβάνεται ως ψυχρότητα, στην πραγματικότητα δημιουργεί ασφάλεια. Επιτρέπει στον θεραπευόμενο να εκφραστεί χωρίς να χρειάζεται να προσαρμόζεται στον άλλο. Δεν χρειάζεται να αναρωτιέται πώς θα νιώσει ο θεραπευτής ή αν θα τον κρίνει μέσα από τις δικές του εμπειρίες.
Είναι ένας καθρέφτης, όχι ένας ακόμη άνθρωπος στη ζωή του θεραπευόμενου που φέρνει τις δικές του ιστορίες μέσα στη σχέση.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι ψυχοθεραπευτές είναι απόμακροι ή ότι δεν έχουν προσωπική ζωή. Αντιθέτως. Απλώς επιλέγουν συνειδητά να μην τη φέρνουν μέσα στη θεραπευτική διαδικασία, γιατί γνωρίζουν πόσο εύκολα μπορεί να μεταβληθεί η δυναμική.
Και ίσως η πιο ειλικρινής απάντηση είναι η εξής:
Δεν έχει σημασία αν ο ψυχοθεραπευτής είναι σε σχέση, παντρεμένος ή μόνος. Αυτό που έχει σημασία είναι αν μπορεί να σταθεί δίπλα στον θεραπευόμενο με τρόπο που να τον βοηθά να κατανοήσει βαθύτερα τον Εαυτό του.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, η θεραπεία δεν αφορά εκείνον. Αφορά εσένα.





