«Από τότε που ξεκίνησες ψυχοθεραπεία, έχεις αλλάξει… έχεις γίνει πιο εγωιστής.»
Πόσο εύκολα μπορεί να ειπωθεί αυτή η φράση και πόσο βαριά μπορεί να ακουστεί για κάποιον που βρίσκεται μέσα σε μια διαδικασία προσωπικής αλλαγής. Η ψυχοθεραπεία συχνά παρερμηνεύεται, σαν να οδηγεί τον άνθρωπο σε μια υπερβολική ενασχόληση με τον εαυτό του, εις βάρος των άλλων. Όμως αυτή η αντίληψη συνήθως λέει περισσότερα για το πώς έχουμε μάθει να αντιλαμβανόμαστε τις σχέσεις, παρά για την ίδια τη θεραπευτική διαδικασία.
Στην πραγματικότητα, η ψυχοθεραπεία δεν “φουσκώνει” τον εγωισμό. Αυτό που κάνει είναι να φέρνει τον άνθρωπο πιο κοντά στον εαυτό του. Και αυτό, συχνά, στην αρχή τουλάχιστον, μπορεί να ξενίσει τους γύρω του.
Πολλοί άνθρωποι που ξεκινούν θεραπεία έχουν μάθει να λειτουργούν με έναν τρόπο όπου οι ανάγκες των άλλων προηγούνται συστηματικά από τις δικές τους. Έχουν εκπαιδευτεί, συχνά από πολύ νωρίς, να είναι “καλοί”, “βολικοί”, “δυνατοί”. Να μην δημιουργούν ένταση, να μην απογοητεύουν, να μην λένε εύκολα «όχι». Με τον καιρό όμως, αυτή η προσαρμογή έχει κόστος: αποσύνδεση από τον Εαυτό, δυσκολία στα όρια, και μια εσωτερική κόπωση που δεν εξηγείται εύκολα.
Μέσα στην ψυχοθεραπεία αρχίζει σταδιακά να εμφανίζεται κάτι διαφορετικό. Ο άνθρωπος μαθαίνει να αναγνωρίζει τι νιώθει πραγματικά, τι χρειάζεται, τι τον πιέζει. Και κυρίως, αρχίζει να δίνει χώρο σε αυτές τις ανάγκες χωρίς άμεση ενοχή.
Εκεί ακριβώς είναι που συχνά γεννιέται η παρεξήγηση.
Όταν κάποιος αρχίζει να λέει «δεν μπορώ», «δεν θέλω», ή «αυτό δεν μου κάνει καλό», το περιβάλλον του μπορεί να το βιώσει ως απόσταση ή απόρριψη. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που συμβαίνει δεν είναι απομάκρυνση από τους άλλους, αλλά επιστροφή στον Εαυτό.
Ο εγωισμός, στην κλασική του έννοια, σημαίνει αδιαφορία για τον άλλον. Η ψυχοθεραπεία δεν οδηγεί εκεί. Αντίθετα, βοηθά τον άνθρωπο να μπορεί να σχετίζεται χωρίς να χάνεται μέσα στις σχέσεις του. Να μπορεί να είναι παρών, όχι εξαντλημένος. Διαθέσιμος, όχι αναισθητοποιημένος.
Ίσως λοιπόν αυτό που συχνά εκλαμβάνεται ως “εγωισμός” να είναι κάτι πολύ διαφορετικό: η πρώτη προσπάθεια ενός ανθρώπου να σταθεί μέσα στη δική του ζωή με επίγνωση και όρια. Και αυτό δεν είναι απομάκρυνση από τους άλλους. Είναι μια πιο ώριμη μορφή σύνδεσης.
Γιατί μόνο όταν ο άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του, μπορεί πραγματικά να συναντήσει και τον άλλον χωρίς να χάνεται μέσα του.





