Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται να αλλάξουν ακόμη κι όταν γνωρίζουν ότι κάτι στη ζωή τους δεν τους κάνει πια καλό. Δεν πρόκειται πάντα για φόβο. Ούτε για άρνηση. Κάποιες φορές μοιάζει περισσότερο με μια δυσκολία να διακοπεί κάτι που έχει ήδη αρχίσει να λειτουργεί μόνο του.
Η συνήθεια έχει αυτή την παράξενη ιδιότητα. Σταδιακά αφαιρεί από τις πράξεις μας την ανάγκη της απόφασης. Κάτι επαναλαμβάνεται τόσο συχνά, ώστε παύουμε να το επιλέγουμε. Απλώς το κάνουμε. Ο τρόπος που μιλάμε, που αντιδρούμε, που σχετιζόμαστε, που μένουμε ή απομακρυνόμαστε, μπορεί να αποκτήσει μια σχεδόν αυτόματη συνέχεια.
Κάπου εκεί η αλλαγή γίνεται πιο σύνθετη.
Δεν καλούμαστε απλώς να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Καλούμαστε να διακόψουμε κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή συνέβαινε χωρίς να χρειάζεται να το σκεφτούμε.
Και η διακοπή της επανάληψης έχει το δικό της κόστος. Μέσα στην επανάληψη υπάρχει και μια γνώση του εαυτού: ξέρω πώς θα αντιδράσω, ποια θέση θα πάρω, τι θα περιμένω από τον άλλον. Ακόμη κι όταν αυτός ο τρόπος μας περιορίζει, παραμένει ένας τρόπος με τον οποίο έχουμε μάθει να υπάρχουμε.
Ίσως γι’ αυτό η αλλαγή δυσκολεύει περισσότερο εκεί όπου η επανάληψη έχει γίνει τόσο οικεία, ώστε δεν χρειάζεται πια να την επιλέγουμε.
Η δυσκολία της αλλαγής συνδέεται και με κάτι λιγότερο εμφανές: με το κατά πόσο μπορούμε να αισθανθούμε ότι παραμένουμε ο ίδιος άνθρωπος μέσα σε αυτήν. Όταν αυτό που έρχεται μοιάζει ασύνδετο με αυτό που μέχρι τώρα γνωρίζαμε ως εαυτό μας, η αλλαγή δεν αφορά πλέον μόνο μια διαφορετική συνθήκη ζωής. Αγγίζει τη συνέχεια της ίδιας μας της ταυτότητας.
Κι έτσι, αυτό που χρειάζεται να αλλάξει δεν είναι πάντοτε μόνο μια συνθήκη. Μπορεί να είναι ένας τρόπος με τον οποίο έχουμε συνηθίσει να αντιδρούμε, να σχετιζόμαστε, να επιλέγουμε. Κάτι που έχει επαναληφθεί τόσο, ώστε να μοιάζει αυτονόητο.
Η πραγματική δυσκολία της αλλαγής μπορεί να βρίσκεται ακριβώς εκεί: όχι στο να κάνουμε κάτι διαφορετικό, αλλά στο να σταματήσουμε να κάνουμε αυτό που μέχρι τώρα συνέβαινε σχεδόν χωρίς να το αποφασίζουμε.





