Μιλάμε για τις αποφάσεις μας σαν να αρχίζουν τη στιγμή που τις παίρνουμε. «Το επέλεξα», «δεν το επέλεξα», «ήξερα τι έκανα». Η ελεύθερη βούληση μοιάζει να προϋποθέτει έναν άνθρωπο ελεύθερο να επιθυμεί, να αποφασίζει και να πράττει.
Όμως η επιθυμία δεν αρχίζει πάντα εκεί όπου γίνεται συνειδητή.
Κάθε απόφαση έχει μια ιστορία. Ο τρόπος με τον οποίο μάθαμε να αγαπάμε, να διεκδικούμε, να αποχωριζόμαστε, να αντέχουμε την απογοήτευση και να αναζητούμε την αποδοχή των άλλων δεν μένει πίσω μας. Συνεχίζει να δρα μέσα μας, συχνά χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.
Μπορεί να εμφανίζεται ως έλξη, ως δισταγμός, ως μια ανεξήγητη προτίμηση ή ως εκείνο το «μου βγαίνει» που δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε.
Γι’ αυτό, κάποιες φορές, κατευθυνόμαστε προς κάτι που γνωρίζουμε ότι δεν μας ταιριάζει. Μπορεί να αναγνωρίζουμε λογικά τι θα μας έκανε καλό και, παρ’ όλα αυτά, να ακολουθούμε έναν διαφορετικό δρόμο.
Αυτό δεν είναι απαραίτητα παράλογο. Η ψυχική ζωή δεν οργανώνεται μόνο γύρω από αυτό που θεωρούμε καλό για εμάς. Οι ανάγκες, οι φόβοι και οι σχέσεις μας διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις δυνατότητές μας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ορισμένοι δρόμοι μοιάζουν οικείοι και ασφαλείς, ενώ άλλοι μπορεί να μας φαίνονται ξένοι ή ακόμη και αδιανόητοι.
Εδώ βρίσκεται ένα από τα παράδοξα της επιθυμίας: μπορούμε να θέλουμε κάτι και ταυτόχρονα να φοβόμαστε αυτό ακριβώς που επιθυμούμε. Η εγγύτητα μπορεί να σημαίνει σύνδεση, αλλά και απειλή. Η ανεξαρτησία μπορεί να βιώνεται ως ελευθερία, αλλά και ως εγκατάλειψη.
Αυτό που κάνουμε, επομένως, δεν είναι πάντα η έκφραση μιας ενιαίας και ξεκάθαρης επιθυμίας. Μπορεί να προκύπτει μέσα από μια εσωτερική σύγκρουση, όπου διαφορετικές ανάγκες και φόβοι διεκδικούν χώρο.Αυτό δεν αναιρεί την ελευθερία. Την κάνει πιο σύνθετη.
Δεν είμαστε ελεύθεροι επειδή μπορούμε να αποφασίζουμε ανεπηρέαστοι. Ο τρόπος με τον οποίο κινούμαστε στη ζωή διαμορφώνεται από όσα έχουμε ζήσει, από όσα έχουμε μάθει να περιμένουμε από τους άλλους και από τον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να προστατεύουμε τον εαυτό μας.
Η ψυχοθεραπεία αποκτά σημασία ακριβώς σε αυτό το σημείο: στη διερεύνηση όσων προηγούνται μιας απόφασης.
Τι επιθυμώ πραγματικά; Τι φοβάμαι ότι θα συμβεί αν αποκτήσω αυτό που θέλω; Τι φοβάμαι ότι θα χάσω αν φύγω; Γιατί κάποιες δυνατότητες μου φαίνονται αδιανόητες, ενώ άλλες μοιάζουν σχεδόν αναπόφευκτες;
Η επίγνωση δεν διαγράφει την ιστορία μας. Αλλάζει τη σχέση μας μαζί της. Μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε τις ανάγκες, τους φόβους και τα μοτίβα που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ζούμε και, μέσα από αυτή την αναγνώριση, να εξετάσουμε αν θέλουμε να συνεχίσουμε να τα ακολουθούμε.
Η ελευθερία δεν βρίσκεται στο να αποφασίζουμε χωρίς ιστορία. Βρίσκεται στη δυνατότητα να γνωρίζουμε την ιστορία που μας διαμορφώνει και να αποφασίζουμε, με μεγαλύτερη επίγνωση, τι θέλουμε να κρατήσουμε και τι να αλλάξουμε.





