Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται να αφήσουν μία σκέψη να περάσει. Ένα βλέμμα, μια κουβέντα, ένα μήνυμα που άργησε να απαντηθεί, μια απόφαση που πήραν πριν από μέρες. Το μυαλό επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο, αναζητώντας κάτι που ίσως του ξέφυγε. «Μήπως έπρεπε να το δω διαφορετικά;», «Γιατί το είπε έτσι;», « Και αν είχα κάνει κάτι άλλο;». Η σκέψη συνεχίζεται, ακόμη και όταν δεν υπάρχει κάτι περισσότερο να σκεφτεί κανείς.
Η υπερανάλυση συχνά μοιάζει με προσπάθεια να αποκτήσουμε έλεγχο. Αν εξετάσουμε κάθε πιθανό ενδεχόμενο, ίσως μπορέσουμε να προλάβουμε ένα λάθος, μία απογοήτευση ή μία δυσάρεστη εξέλιξη. Έτσι, το μυαλό δουλεύει αδιάκοπα, σαν να βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή. Μόνο που η σκέψη, όταν γίνεται ατελείωτη δεν οδηγεί απαραίτητα σε λύση. Αντίθετα, μπορεί να μας εγκλωβίσει σε έναν κύκλο αμφιβολίας και ανασφάλειας.
Στην υπερανάλυση υπάρχει συχνά μια βαθύτερη δυσκολία: η αδυναμία να αντέξουμε την αβεβαιότητα. Θέλουμε να γνωρίζουμε τι σκέφτεται ο άλλος, τι θα συμβεί αύριο, αν πήραμε τη σωστή απόφαση, αν κάναμε αρκετά. Όμως η ζωή δεν προσφέρει τέτοιες εγγυήσεις. Κάποια πράγματα δεν μπορούν να προβλεφθούν και ορισμένα ερωτήματα δεν έχουν μία οριστική απάντηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε. Η σκέψη είναι πολύτιμη όταν μας βοηθά να κατανοούμε, να αποφασίζουμε και να προχωράμε. Χρειάζεται όμως να αναγνωρίζουμε τη στιγμή που η σκέψη παύει να μας βοηθά και αρχίζει να μας εξαντλεί.
Ένα σημαντικό πρώτο βήμα είναι να παρατηρήσουμε τι συμβαίνει μέσα μας χωρίς να προσπαθούμε αμέσως να βρούμε την «σωστή» απάντηση. Να αναρωτηθούμε «Αυτό που σκέφτομαι με οδηγεί κάπου ή γυρίζω συνεχώς γύρω από το ίδιο θέμα;»
Κάποιες φορές αυτό που χρειάζεται το μυαλό δεν είναι άλλη μία σκέψη, αλλά ένας χώρος να ησυχάσει. Ίσως αυτή η ησυχία να έρθει όταν μπορέσουμε να αποδεχθούμε ότι δεν χρειάζεται να έχουμε όλες τις απαντήσεις για να αισθανθούμε ασφαλείς.





